Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Έλλη Λαμπέτη - Δημήτρης Χορν


Η Έλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν έζησαν στην δεκαετία του '50 έναν παθιασμένο έρωτα που συντάραξε την κοινωνία της εποχής και κράτησε επτά χρόνια. Επτά χρόνια φαγούρας, όπως θα έλεγε ο Χορν αργότερα. Γνωριζόντουσαν βέβαια απο χρόνια. Υπήρχε πάντοτε κάποια αντιπάθεια μεταξύ τους μα η Έλλη είχε προσέξει πόσο φίνος και κομψός ήταν και τι ξεχωριστό χιούμορ είχε. Ο Χορν την πείραζε πάντοτε, καθώς η Έλλη κουβαλούσε παντού μαζί της ένα βιβλίο. Καθώς ήταν πολλά τα μέλη της οικογένειας, το βιβλίο έπρεπε να διαβαστεί γρήγορα για να περάσει από χέρι σε χέρι. Στο θέατρο όμως την κορόιδευαν πως παριστάνει τη διανοούμενη. Και ιδιαίτερα ο Χορν που έλεγε συνήθως : ''Αχ, αυτές οι ενζενύ...'' Το 1952 συγκροτούν θίασο μαζί με τον Γιώργο Παππά, που έχασε τη ζωή του λίγα χρόνια αργότερα από καρκίνο.

Eκείνη την εποχή, η Έλλη είναι παντρεμένη με τον Μάριο Πλωρίτη ο οποίος σκηνοθετεί και τα πρώτα έργα τους. Ακόμη,δεν υπάρχει έρωτας, παρά μόνο διαμάχες και αντιπάθεια.
Ο Χορν, είναι γνωστό πως είχε τρομερή μυωπία. Μάλιστα, είχε μείνει και ιστορικό το ανέκδοτο με την μητέρα του. Ο Τάκης ήταν καλός σε όλα τα μαθήματα στο σχολείο εκτός από τα μαθηματικά. Και αυτό γιατί όπως αποδείχθηκε δεν έβλεπε καλά τους αριθμούς στον πίνακα εξ αιτίας της μυωπίας του. Πήγε λοιπόν και της είπε πως δεν βλέπει και για αυτό χρειάζεται γυαλιά. Εκείνη γούρλωσε τα μάτια της και του είπε ''Τι? Μα, πως είναι δυνατόν να μη βλέπεις με τόσο μεγάλα μάτια?'' Ήταν αλλόκοτη γυναίκα, παράξενη, στον δικό της κόσμο.
Αλλά και ο Χορν από φιλαρέσκεια δεν ήθελε να φοράει γυαλιά. Η Έλλη είχε να διηγηθεί διάφορα παθήματα εξ αιτίας της μυωπίας του. Όταν έπαιζαν, το 1949 τους ''Φοιτητές'' του Ξενόπουλου, η Έλλη είχε βρει μία κίνηση που έβγαζε γέλιο σε μια παράσταση. Και έτσι, αποφάσισε να το καθιερώσει. Στην επόμενη παράσταση όμως, μόλις οι θεατές πήγαιναν να γελάσουν, ο Χορν έλεγε την ατάκα του. Το ίδιο και στην επόμενη. Κάποια στιγμή έφτασε στο απροχώρητο. Του λέει λοιπόν, ένα βράδυ ''Τι κάνεις? Δεν καταλαβαίνεις ότι το χαλάς? Γιατί ατακάρεις τόσο γρήγορα?'' Ο Χορν δεν καταλάβαινε τίποτα. ''Μα νομίζεις πως σε βλέπω? Ούτε που ξέρω τι κάνεις''. Διάφορες τέτοιες παρεξηγήσεις συνέβαιναν συχνά.

Στο 2ο έργο που θα ανεβάσει ο θίασος των τριών, το ''Ξενοδοχείο, η Ευτυχία'' γίνεται κάτι που κανένα άλλο θεατρικό ζευγάρι δεν έχει κάνει ως σήμερα. Κλείνουν πάνω στην σκηνή ο ένας το μάτι στον άλλον πονηρά. Ο μύθος μόλις γεννήθηκε. Ο έρωτας όμως όχι ακόμη. Απλώς γουστάρουν που είναι στον ίδιο θίασο για πρώτη φορά. Τα επικίνδυνα λόγια ξεκινούν. ''Αυτή η μικρή έχει το διάολο μέσα της'' θα πει ο Χορν. Ενώ η Λαμπέτη θα ομολογήσει, πως ''Έχει γούστο να παίζεις με τον Χορν''. Το τρίτο έργο που θα ανεβάσουν θα είναι το ''Σπίτι της κούκλας'' του Ίψεν. Η Λαμπέτη, θα υποδυθεί την Νόρα. Ο ρόλος όμως δεν της αρέσει καθόλου. Οπότε σκέφτηκε, πως αφού δεν της αρέσει η ηρωίδα της θα κάνει την καρικατούρα της. Ο Χορν το κατάλαβε πρώτος. Της λέει κάποια στιγμή πάνω στην σκηνή συνωμοτικά ''Είσαι μια υποκρίτρια του κερατά''. Η Λαμπέτη για αυτό το έργο, πιστεύει πως πρώτη φορά ερέθισε το Χορν. Όχι βέβαια ερωτικά, αλλά εγκεφαλικά. Και αυτό είναι το πιο τρομερό που μπορεί να συμβεί σε έναν άντρα, που έχει συνηθίσει να έχει όποια γυναίκα θέλει πολύ εύκολα.
Το 1953, η Έλλη αρχίζει να ερωτεύεται τον Χορν. Κρατάει τις αποστάσεις όσο μπορεί. Κάποια στιγμή εξομολογείται στον άντρα της : ''Μάριε, ξέρεις την γνώμη μου για τον Χορν και πόσο με εκνευρίζει ο χαρακτήρας του. Αλλά, άκου ένα παράδοξο! Τον ερωτεύομαι.'' Στην ''Αγαπούλα'', οι αντιστάσεις υποχωρούν. Είναι άλλωστε ένα πολύ ερωτικό έργο, όπου οι δύο πρωταγωνιστές είναι επί ένα δίωρο αγκαλιά στη σκηνή, φιλιούνται κ.λ.π. Στην πρεμιέρα του έργου ''Αγαπούλα'' ο πατέρας της Έλλης πεθαίνει. Ο Παππάς την ρωτάει αν θέλει να αναβάλουν την πρεμιέρα, ενώ ο Χορν στέκεται δίπλα του και την κοιτάζει. Χωρίς να της λέει τίποτε, απλά την κοιτάζει. Η Έλλη απαντά ''Δεν θα αναβάλουμε καμιά πρεμιέρα''. Βγάζει την παράσταση και είναι άψογη. Βέβαια, στη σκηνή υπάρχει και ο Χορν, ακόμη και σε στιγμές που το έργο δεν τον έχει ανάγκη. Στην πρώτη πράξη πίνουν κρασί. Εκείνος της μιλάει χαμηλόφωνα για τη ζωή και το θάνατο. ''Ο πατέρας σου ήταν άρρωστος. Ήξερες πως θα πεθάνει κάποια στιγμή.'' Της κρατάει σφιχτά τα χέρια. ''Πρέπει να μάθουμε να κοιτάμε τον θάνατο στα μάτια, Έλλη''. Πόσο γενναίος, είναι λοιπόν, ο Χορν εκείνο το βράδυ, ε? Αυτός ο ευάλωτος άντρας που φοβάται τις αρρώστιες και για ένα συνάχι είναι ικανός να μπει στον ευαγγελισμό, εκείνη την νύχτα έμοιαζε τόσο γενναίος, ικανός να αψηφήσει τον θάνατο και όλες τις δυστυχίες για χάρη της αγαπημένης του. Συνέρχεται με την βοήθεια του. Ήδη μέσα σε δύο εβδομάδες νιώθει καλύτερα.
(Φωτογραφία από την ''Αγαπούλα'')



(Σκηνή από το ''Κυριακάτικο Ξύπνημα'')
Η σχέση τους δημιουργείται στο Κάιρο, κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας ''Κυριακάτικο Ξύπνημα''. Η Έλλη είχε ζητήσει -προαισθανόμενη ίσως όσα θα επακολουθούσαν- από τον Μάριο Πλωρίτη να την ακολουθήσει. Εκείνος όμως έμεινε στην Αθήνα. Οι δυο τους έμειναν σε διαφορετικό ξενοδοχείο από τους υπόλοιπους συντελεστές. Έμεναν σε δύο σουίτες που επικοινωνούσαν όμως μεταξύ τους. Κάθε πρωί πήγαιναν στο γύρισμα εκείνη μαραμένη και εκείνος νυσταγμένος. Ο Μιχάλης Κακογιάννης σκηνοθέτης της ταινίας το παρατήρησε και τους ζήτησε το λόγο. Εκείνοι ομολόγησαν τη σχέση τους. Ύστερα συμφώνησαν και οι δύο να ληφθούν δραστικά μέτρα, δηλαδή να μείνει ο Κακογιάννης στη σουίτα της Έλλης, στο κρεβάτι της που ήταν τρίδιπλο. Όμως την πρώτη βραδιά που έμεινε εκεί και κοιμήθηκε καθώς ήταν πτώμα, ξύπνησε ακούγοντας τους να κάνουν έρωτα στη διπλανή σουίτα. Γυρνούν στην Αθήνα και η Έλλη ανακοινώνει στην οικογένεια της πως χωρίζει με τον Πλωρίτη και πως πηγαίνει να μείνει με τον Χορν.
Ο Χορν την περίμενε έξω από το σπίτι του, φορώντας ένα μπλε πουκάμισο και ένα τσαλακωμένο παντέλονι που μόλις το είχε βγάλει από τη βαλίτσα.
''Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ'' της λέει.
Εκείνη τον κοίταξε τρυφερά και του είπε
''Είσαι αξύριστος. Το ξέρεις?''
Και έτσι ξεκίνησε αυτή η σχέση.
Τότε μάλιστα, ο Βόκοβιτς είχε πει το περιβόητο ''Να δούμε πως θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλλια''. Δηλαδή ο Χορν, που είχε αριστοκρατική καταγωγή, με τη Λαμπέτη τη χωριατοπούλα. Δεν είχε και άδικο γιατί αυτή ήταν μια από τις βαθύτερες αιτίες του χωρισμού τους,τελικά.
Σκηνές ζηλοτυπίας πάντοτε υπήρχαν. Και εκείνος συνήθως της έλεγε ειρωνικά ''Αχ, εσείς οι ενζενύ. Όλο αθωότητα είστε!''
Την ίδια εποχή γυρίζουν την ''Κάλπικη λίρα''. Εδώ ο έρωτας τους είναι φανερός και ξεκάθαρος. Δεν υπάρχει η ενοχή, που υπήρχε στο ''Κυριακάτικο ξύπνημα'' καθώς προσπαθούσαν να κρυφτούν από τον αδιάκριτο οπερατέρ. Ο φακός κλέβει καλοπροαίρετα κάποιες εντελώς δικές τους ώρες. Δεν θα την χαρακτήριζα ακριβώς ταινία. Μάλλον μοιάζει με ερωτικό ντοκιμαντέρ. Στη σκηνή του φινάλε, συναντιούνται στην Ηρώδου Αττικού. Ο Χορν θα διασχίζει αυτό τον δρόμο χρόνια ύστερα αφού το σπίτι του θα βρίσκεται στην απέναντι γωνία. Λίγο πιο πέρα δηλαδή, από κει που ο φακός του Τζαβέλλα κατέγραψε το κύκνειο άσμα ενός μεγάλου έρωτα. Του κάλπικου έρωτα όπως θα έλεγε ο Χορν χρόνια αργότερα όταν ήταν στις κακές του.
Το 1954, η Κούλα, η 2η σε ηλικία αδελφή της Έλλης, αρρωσταίνει από Καρκίνο και μπαίνει σε νοσοκομείο. Η Έλλη το μαθαίνει στη Λευκωσία που βρίσκεται για τουρνέ. ''Φεύγω αύριο το πρωί με το αεροπλάνο'', ανακοινώνει στον Χορν. Ο Χορν της λέει πως θα πάει μαζί της. Η Λαμπέτη αναγνωρίζει την θυσία του, καθ'ότι γνωστή η φοβία του για τα αεροπλάνα. Του λέει πως δεν χρειάζεται, εκείνος όμως επιμένει. Το ίδιο όμως και αυτή. Οι άσκοπες θυσίες περιττεύουν. ''Αν έρθεις μαζί μου, Τάκη, θα χάσουμε το αεροπλάνο όπως πάντα''. Ο Χορν πείθεται. Την άλλη μέρα το πρωί, όμως τον βρίσκει καθισμένο στο διπλανό κάθισμα. Ο Χορν ιδρωμένος, άλλα πάντοτε ήρωας αντέχει το ταξίδι. Η αδερφή της πεθαίνει τρεις μήνες μετά και η Έλλη από το σοκ χάνει προσωρινά το φως της.Όταν γίνεται καλά,συνεχίζουν την περιοδεία στην Αλεξάνδρεια. Ο Τάκης της κλείνει πονηρά το μάτι. ''Επιστρέψαμε στον τόπο του εγκλήματος''.
Το ίδιο βράδυ όμως,στο ''Γαλάζιο Φεγγάρι'' συμβαίνει κάτι απρόσμενο. Υπήρχε μια σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής κρατούσε ένα μαχαίρι και η πρωταγωνίστρια, του το άρπαζε. Ο φροντιστής βρήκε ένα σπουδαίο μαχαίρι, σωστή αντίκα, με πολύ κοφτερή λεπίδα. Η Έλλη είχε πειθαρχημένη κίνηση, όμως ο Χορν όπως και πολλοί άνθρωποι ήταν πιο άγαρμπος. Την ώρα λοιπόν που μαλώνουν με το μαχαίρι, άκουσε το χέρι της να κόβεται. Από τον θόρυβο και από τον πόνο κατάλαβε πως το κόψιμο ήταν μεγάλο. Ο Χορν, άκουσε κάτι μα την είδε ατάραχη και ησύχασε. Η έγνοια της Λαμπέτη, παρά τον πόνο ήταν να μη το δει ο κόσμος μα προ πάντων ο Τάκης γιατί μπορούσε με την ανησυχία του να διαλύσει και την παράσταση. Το έργο τελειώνει, βγαίνουν να χαιρετήσουν και πάει ο Τάκης να πιάσει το χέρι της Έλλης και εκείνη το τραβάει απότομα. Τότε κατάλαβε. Κοίταξε κάτω και είδε τα αίματα. Τρελάθηκε! Φώναξε τον Παππά για βοήθεια, ζήτησε να καλέσουν τις πρώτες βοήθειες, έπεμενε πως έπρεπε να κάνει αντιτετανικό γιατί το μαχαίρι ήταν σκουριασμένο και παλιό. Και όλα αυτά φωνάζοντας ''Αγάπη μου! Τι σου'κανα, αγάπη μου! Σε σκότωσα!'' Το σημάδι στο χέρι της έμεινε. Το σημάδι του έρωτα, όπως το αποκαλούσε και εκείνη, περισσότερο με ειρωνεία προς το τέλος της ζωής της, παρά με νοσταλγία.
(Σκηνή από το ''Κορίτσι με τα μαύρα'')
Η τελευταία κοινή τους ταινία είναι το ''Κορίτσι με τα μαύρα'' το 1956 που γυρίζεται στην Ύδρα. Η Λαμπέτη είναι γοητευτικότερη παρά ποτέ. Δεν είχε ακούσει λίγες φορές η Έλλη, τον οπερατέρ να φωνάζει κατά την διάρκεια των γυρισμάτων γοητευμένος ''Oh, my God!''. Όμως την ίδια χρονιά, μια άλλη αδερφή της, η Ειρήνη αρρωσταίνει, από καρκίνο και αυτή. Η Έλλη αγοράζει ιατρικά βιβλία για να τα μελετήσει. Ο Χορν που δεν αντέχει να βλέπει και να ακούει για αρρώστιες φεύγει έξαλλος από το σπίτι. Το 1956 πεθαίνει και ο συνεργάτης τους Γιώργος Παππάς. Η Έλλη έχει αρχίσει να νιώθει παγιδευμένη. Ο κοσμικός κόσμος που τόσο αγαπά ο Χορν, εκείνη δεν την συγκινεί καθόλου. Ο κόσμος όμως απορεί γιατί δεν παντρεύονται. Το θέμα είναι γιατί δεν κάνουν ένα παιδί, που πάντα το θέλει η Έλλη. Όπως εξομολογείται αργότερα ''Ένιωθα πως θα τον ρίξω σε βαθιά κατάθλιψη, αν του ζητούσα κάτι τέτοιο''. Κάποια στιγμή μένει έγκυος και κάνει έκτρωση, αφού του το ανακοίνωσε σαν ένα πρόβλημα που ήξεραν και οι δύο καλά την λύση του από πριν. Αν ερχόταν βέβαια στις αρχές του έρωτα τους, σίγουρα θα το κρατούσαν.
Η Έλλη αρχίζει να ενοχλείται από τα ελαττώματα του Χορν. Και ιδιαίτερα από τον τρόπο με τον οποίο ξοδεύει τα χρήματα.
Ο Χορν βρίσκει ξανά τον παλιό καλό(?) εαυτό του. Θέλει να βγαίνει κάθε βράδυ, να αρέσει στις γυναίκες. Η Έλλη φυσικά, δεν τον ακολουθεί σ'αυτό. Όμως το θέατρο πάντοτε τους ενώνει. Πολλές φορές της λέει χαμηλόφωνα πάνω στην σκηνή ''Τρέξε την παράσταση Έλλη!Μας περιμένουν!'' Εκείνη αγριεμένη τον ρωτά ''Πως μπορεί να τρέξει μια παράσταση,μου λες?'' Τα τελευταία τρία χρόνια θα αναρωτηθούν πολλές φορές μήπως διάλεξαν λάθος έργο. Κάποια στιγμή θα αναρωτηθούν μήπως διάλεξαν λάθος σύντροφο. Προσπαθούν να ανάψουν την παλιά φλόγα. Ιδιαίτερα ο Χορν. ΠΡΕΠΕΙ να ξαναγαπήσει την Λαμπέτη. Για να ζηλέψει, έπλαθε στο μυαλό του υποθετικούς εραστές. Σαν να παγιδεύτηκαν σε ένα τούνελ και όσο προχωρούν, τόσο τους καταπίνει το σκοτάδι. Το 1957 οι φθορές είναι φανερές. Περνούν πολλά βράδια χωριστά. Η σχέση τους έχει γίνει ιδιαίτερα μίζερη. Ο Χορν αρχίζει να βρίσκει τη Λαμπέτη απρόσεχτη, ατημέλητη, απεριποίητη. Εκείνη τον βρίσκει φοβητσιάρη,εγωιστή,αρρωστομανή. Κάποια στιγμή θα φωνάξει ''Ως εδώ!''
Τον τελευταίο ερωτικό τους χειμώνα, τον χειμώνα της καταχνιάς όπως τον αποκαλούσε ο Χορν, είχαν βγει μαζί με κάποια συντροφιά. Κάποιος από την παρέα μίλησε για ειλεό. Ο Χορν ρώτησε με ενδιαφέρον τι ακριβώς ήταν και η απάντηση ήταν επικίνδυνα ασαφής. ''Είναι σαν να μπερδεύονται τα άντερα μέσα σου και μπορεί να πεθάνεις'' Γύρισαν σπίτι και ξάπλωσαν. Έσβησαν το φως και ο Τάκης το άναψε ύστερα από λίγο. ''Έχω ένα πόνο στην κοιλιά.Λες να είναι ειλεός?'' Εκείνη του είπε ''Όχι Τάκη, δεν είναι ειλεός''. Εκείνος είχε ιδρώσει, ήθελε να καλέσουν τον γιατρό. Κοίταξε την Έλλη γεμάτος αγωνία και της είπε να του κοιτάξει τον σφυγμό. Η Έλλη πάντα λύγιζε όταν την κοίταζε με αυτο το βλέμμα. Ο σφυγμός του ήτανε μια χαρά. Έμειναν ξάγρυπνοι όλη νύχτα, ίσως από τις τελευταίες νύχτες που έμειναν στο ίδιο κρεβάτι.Το πρωί η Έλλη αγανακτισμένη φώναξε τον γιατρό και τον βρήκε περίφημα. Η Έλλη δεν άντεχε πια. Το 1958, η αδερφή της Ειρήνη, που είχε προσβληθεί πρωτύτερα από καρκίνο, σκοτώνεται σε τροχαίο. Η Έλλη δεν κατάφερε να παίξει την επόμενη μέρα. Ο Τάκης δεν επέμενε. ''Αν η Λαμπέτη δεν μπορεί να βγει στην σκηνή, πραγματικά δεν μπορεί''. Ο Τάκης είχε κουραστεί από όλους αυτούς τους θανάτους. Ήταν σαν να έφυγε πρώτος απ'αυτή τη σχέση. Η Λαμπέτη τον κοίταζε με απέχθεια πια όποτε μιλούσε για κότερα, σαλόνια κ.λ.π. Ο Χορν έλεγε πως ήταν έτοιμος να καβαλήσει το ποδήλατο του και να φύγει. ΄Ομως η Έλλη το έκανε πρώτη. Αναχωρεί για τις Κάννες με τον Κακογιάννη. Εκεί γνωρίζει τον Ουέηκμαν, που είχε γοητευτεί από την εποχή που την είχε δει στο ''Κορίτσι με τα μαύρα''.Η Έλλη περνά το καλοκαίρι με τον Ουέηκμαν. Φαίνεται πως είναι έτοιμη από καιρό να αγαπήσει ξανά.Στα μέσα Ιουνίου οι φήμες οργιάζουν στην Αθήνα. Η Λαμπέτη έχει σχέση με τον Ουέηκμαν. Ο Χορν δεν το πιστεύει. Το βρίσκει αδύνατο. Βέβαια και ο Χορν εκείνη την εποχή, είχε μια σύντομη σχέση με μια σταρ της εποχής. Παίρνει τηλέφωνο τον Κακογιάννη οργισμένος. Πάει ο καιρός που έπλαθε υποθετικούς έραστες. Τώρα πια, είναι ένας Οθέλλος της εποχής του. ''Τα έχουν αυτοί οι δύο ή όχι? Αν ήταν στο χέρι μου θα ερχόμουν και θα τον έλιωνα αυτόν τον Αμερικανό πεζοναύτη.'' Ο Κακογιάννης τον ρωτά γιατί δεν το κάνει. Στην πραγματικότητα όμως βαρέθηκε τον αχαρό του ρόλο και ο ίδιος. Ένιωσε περιττός. Τα μάζεψε και έφυγε. Η Έλλη γυρίζει τέλη Ιουλίου. Ο Χορν φυσικά την υποδέχεται στο αεροδρόμιο με ένα παθιασμένο φιλί. Κάποια στιγμή βέβαια της ψιθύρισε σαρκαστικά ''Μπα, θυμήθηκες πως έχεις και ένα θέατρο?''. Το 1958 ανεβάζουν το παιχνίδι της μοναξιάς. Ο Χορν κερδίζει σ'αυτό το έργο τον θαυμασμό της Έλλης. Όχι όμως και την ίδια που αντιστέκεται σθεναρά. Δεν μένουν πια μαζί. Στο επόμενο έργο, ο Χορν ενεργοποιεί όλη την σκηνική του παρουσία για να την κερδίσει. Παραλίγο να πέσει το οχυρό. Πλέον ανταλλάσουν μηνύματα.
''Πείτε στον κύριο Χορν να μη βιάζεται να μου δώσει το ποτήρι με την σαμπάνια''.
''Πείτε στην κυρία Λαμπέτη να μη με σφίγγει τόσο γιατί θα με πνίξει''.

Το καλοκαίρι του '58 βγήκαν κάποια στιγμή με τον Κακογιάννη για φαγητό. Όλα πήγαιναν καλά. Στον γυρισμό, θα ακουστεί στο αυτοκίνητο το όνομα του Ουέηκμαν. Ο Χορν τρελαίνεται. ''Δεν θέλω να ακούω αυτό το όνομα εδώ μέσα!''
Η Έλλη θυμώνει.
''Δεν θα μου πεις εσύ ποιο όνομα θα λέω''.
Ξεκινά ένας άγριος καυγάς. Ο Κακογιάννης ουρλιάζει.
''Τάκη, θα σκοτωθούμε! Το καταλαβαίνεις?''
Το κατάλαβε. Κανείς δεν σκοτώθηκε εκείνο το βράδυ, μόνον ο μεγάλος έρωτας που ξεψύχησε οριστικά μια ζεστή βραδιά του '58. ''Η Λαμπέτη'', είπε ο Χορν,'' δεν ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου.'' Και όμως εκείνο το βράδυ, η Λαμπέτη ήταν το παν για αυτόν.Ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν. Το 1959 συνεχίζουν να παίζουν μαζί για να ξεπληρώσουν κάποια χρέη. Κάποια στιγμή ο Χορν πηγαίνει μετά από μια παράσταση μεθυσμένος έξω από το σπίτι της και φωνάζει. Πετάει πέτρες στο παράθυρο. Την παρακαλεί να βγει έξω να μιλήσουν. Της λέει πως θα παντρευτούν αμέσως. Το ίδιο βράδυ η Έλλη τηλεφώνησε στον Ουέηκμαν και του είπε πως τον χρειάζεται.
Τα υπόλοιπα έγιναν πολύ γρήγορα. Ο Χορν αντικαθιστά την Λαμπέτη στην παράσταση που παιζόταν. Η Έλλη αναχωρεί για Αμερική. Μέσα στο αεροπλάνο θα ψιθυρίσει ''Τι κρίμα...''.
Όχι τόσο για τα όμορφα που είχαν χαθεί. Άλλωστε, είχαν χαθεί από καιρό.
Τι κρίμα που δεν είχε ένα παιδί από αυτόν τον άντρα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου