Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Που να'ναι τώρα η Κατερίνα....



Και ποιος δεν θαύμασε το νάζι της Γώγου, στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες? Σπιρτόζα, πειραχτήρι, αυτή ήταν η Γώγου στους -πάντα- δεύτερους ρόλους που ενσάρκωνε. Θα μπορούσε να είχε γίνει και star, αν είχε λίγο καλύτερο timing. Και δεν σου πάει να την λες Γώγου. Θες να την λες Κατερίνα ή και Καιτούλα. Εκείνη ήθελε να την φωνάζουν Αικατερίνη. Από πέντε χρονών, εμφανιζόταν σε παραστάσεις, σαν το παιδί θαύμα. Γύριζε από το σχολείο και έβρισκε το σπίτι κλειδωμένο. Περίμενε να επιστρέψουν οι γονείς της, μέχρι αργά την νύχτα νηστική και απροστατεύτη. Η μάνα της, ήταν αγαθή γυναίκα. Η Κατερίνα την αγαπούσε την μάνα της. Την έλεγαν Γιούλα, μα ήθελε να την φωνάζει ''Παναγία''. Ο πατέρας της πιο βάναυσος, η Κατερίνα πιο απομακρυσμένη απ'αυτόν. Στα 13, η Αικατερίνη το σκάει από το σπίτι της. Ο πατέρας της, καταφεύγει στην αστυνομία. Την κυνηγούν, αλλά εκείνη κρύβεται με έναν γέρο αλκοολικό σε μια οικοδομή. Κάποια άλλη μέρα, όταν το ξαναέσκασε πέρασε την νύχτα σε παγκάκι. Και όλοι εκτός της μάνας της, πήγαν στην αστυνομία και της έκαναν φάκελο. Από μικρή στο κλεφτοπόλεμο, θα έλεγε η ίδια αργότερα χαριτολογώντας.

Η τελευταία παράσταση που συμμετείχε η Κατερίνα, ήταν η ''Φιλουμένα Μαρτουράνο'' το 1978 μαζί με τη Λαμπέτη. Σε κάποιο βιβλίο της, αναφέρει χαρακτηριστικά : ''Ήτανε φίλη μου η Λαμπέτη. Είχε περάσει μαζί μου, όλη την κλίμακα συναισθημάτων'' Ο θίασος μάλιστα είχε κλείσει και αυτή μπήκε από σπόντα ως συνήθως. Η Λαμπέτη, το'χε πει. Να σου'λεγε η Γώγου ιστορίες για τη ζωή της, να σου χανόταν η όρεξη και ο ύπνος για μέρες ολόκληρες. Συνεχίζοντας, πως έχοντας περάσει τόσα στην παιδική της ηλικία δεν ήταν δυνατό εκ φύσεως να διαμορφωθεί ένας ήρεμος, υγιής και ίσως συμβατικός χαρακτήρας.

Η αλήθεια είναι όμως, πως η Γώγου έκανε την φαντασία της, αλλά και την ίδια την αλήθεια της, την δική της αλήθεια, ποιήματα. Έκανε ποίηση, σε μια εποχή όπου οι άλλοι ''ποιητές'' έκαναν δημόσιες σχέσεις, όπως έχει ειπωθεί. Ίσως να'τανε και η ίδια ποίηση. Να έμοιαζε ίσως με ξωτικό που μπλέχτηκε σε χάπια, αλκόολ, σχιζοφρένεια, βρεγμένα τσιγάρα, εξαθλίωση.
Με μια γραφομηχανή, κατέγραφε την ίδια της την ζωή. Ίσως προσδίδοντας κάποια ποιητική χροιά. Περιπλανιόταν συνήθως στα Εξάρχεια συνομιλώντας με νέους ανθρώπους, συνήθως υπό την επήρεια ουσιών. Η αλλοτινή νιότη και όμορφια της, δεν άργησαν να χαθούν και σίγουρα έπαιξαν ρόλο και οι εξαρτήσεις και η φτώχια, μα πάνω απ'όλα το ίδιο το αντισυμβατικό πνεύμα της Κατερίνας.


Η Κατερίνα, παντρεύτηκε μια φορά. Τον Παύλο Τάσιο. Αυτός σκηνοθέτης. Γνωρίστηκαν στη Φίνος Φιλμ, όπου εκείνη έπαιζε κάποιο ρολάκι και εκείνος ήταν ακόμη βοηθός σκηνοθέτη. Η Κατερίνα δεν τον θεωρούσε ιδιαίτερα ωραίο, ωστόσο είχε κάτι που την τραβούσε. Άρχισαν να φιλιούνται στα παρασκήνια και δεν είχαν σταματημό. Τι και αν όλοι τους περίμεναν για γύρισμα? Απέκτησαν μια κορή, την Μυρτώ. Ύστερα από κάποια χρόνια, πήραν διαζύγιο. Παρέμειναν όμως φίλοι. Εκείνη πάντοτε τον θυμότανε με αγάπη. Με σκηνοθέτη εκείνον και σεναριογράφο ίσως σε όλες, ίσως μόνο σε μία, γύρισε τις τρεις μοναδικές ταινίες όπου έπαιξε ως πρωταγωνίστρια. Μάλιστα, στην ταινία ''Παραγγελιά'' που περιγράφει την ιστορία του Νίκου Κοεμτζή, η ίδια απαγγέλει κάποια ποιήματα της.




Η ελευθερία μου είναι στις σόλες
των αλήτικων παπουτσιών μου.
Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω.
Μπορώ να σεργιανίσω ότι ώρα μου γουστάρει.
Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας
Στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε
την ώρα που απαυτωνόσαστε
την ώρα που κάνετε το χρέος σας
στα παιδιά σας, στο σωματείο σας
την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα
πως τρώτε αυγολέμονο
και τρώτε σκατά
μπορώ και περπατάω,
με τα αλήτικα παπούτσια μου
πάνω από τις στέγες σας
-όχι ρε παιδάκι μου σαν εκείνη
την ηλίθια με τη σκούπα, τη Μαίρη Πόπινς-
δεν πιάνετε το κανάλι μου
μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος
ανθρωπάκια χέστες, κατά βάθος σας λυπάμαι
αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας
δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας
η ελευθερία σας
είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου
θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε
και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας "θαύμα, θαύμα"
αυτά τα παπούτσια
ποτέ δεν ξεκουράζονται και ούτε βιάζονται
όταν εγώ καθαρίσω από εδώ
θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο, δεν λειώνουν,
όσες πρόκες και αν ρίχνετε στο δρόμο.
Σας βαράνε στο δόξα πατρί σας
θα έρθει η ώρα
που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο
"συνοδοιπόροι" και "αποστάτες"
να βάψετε τα δικά σας
μα η μπογιά
δεν θα πιάνει
ότι και αν κάνετε, όσα και αν δίνετε
τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το δικό μας.


Όσα κείμενα αφορούσαν την προσωπική της ζωή, εκδόθηκαν μετά το θάνατο της. Καθώς η ίδια όπως έλεγε δεν ήθελε να γίνει μελό ξεπουλώντας τα παιδικά ή και τα πιο πρόσφατα χρόνια της ζωής της. Μεταξύ άλλων, εκδόθηκε και αυτό για τον πρώτο της έρωτα, έναν ερωτά παιδικό.

Είδα απ'το τζάμι μια σφαίρα να μου χτυπάει την παλάμη την αριστερή ,αίματα και τα σκουπίδια να ανασαίνουνε.Η μάνα μου ήταν στην κουζίνα κι ο πατέρας ούτε που ξέρω,ανοίγω την πόρτα και πάω στα σκουπίδια. Κι εκεί είδα,δεν δίνω δεκάρα αν με πιστεύετε,το πιο όμορφο αγόρι που είχα δει στη ζωή μου.Ήτανε κουκουλωμένος εκεί,κρατούσε ένα οπλοπολυβόλο,είχε αραιά ξανθά γένια και μακριά ξανθά μαλλιά.Τα μάτια του...δεν ξέρω τι χρώμα είχαν.Έμοιαζε ή ήτανε ο Χριστός. 'Φύγε, κοριτσάκι, φύγε',μου είπε, 'απο δω.Θα με σκοτώσουν'. Πήρα μια πολύ βαθιά ανάσα για να τρέξω γρήγορα. 'Σκύψε να σε φιλήσω', μου είπε. Ήμουνα ήδη στο σπίτι. Ο πρώτος αντάρτης και ο τελευταίος που ερωτεύτηκα ήτανε αντάρτης των πόλεων.

Αγαπούσε τον Άσιμο και τον Σιδηρόπουλο. Γύρω στα 1992, ύστερα και από το δικό της θάνατο ένιωθε προδομένη.«Ακου καλά...Ελεύθερος σκοπευτής ήταν ο Νικόλας Άσιμος .Τον δολοφόνησαν κι αυτόν...[...]ο Παύλος Σιδηρόπουλος-τον φάγανε κι αυτόν...Η μόνη επιζήσασα --για να ιδώ-εγώ...» θα καταληξεί απογοητευμένη. Ετοιμαζόταν για το ''ταξίδι''. Η κόρη της ήτανε προετοιμασμένη από χρόνια. .Σε πολλά ποιηματά της η Γώγου εκφράζει τις ενοχές της και προετοιμάζει την κόρη της,τόσο για τις ασχήμιες της ζωής όσο και για το επερχόμενο σκοτεινό μέλλον της ίδιας.

ΕΤΩΝ 9
Όταν ξυπνήσεις το πρωί
και δεν θα βρεις στο πάτωμα χαπάκια πουλόβερ και σουτιέν και χτυπήσεις με δύναμη την πόρτα χωρίς ν'ακούσεις πίσω σου το υστερικό μου "σκασμός" μη βάλεις τα κλάματα και πας για να με βρεις στην παιδική μου φωτογραφία που σε κοιτάει .Ποτέ δεν έβλεπα. ούτε στα ηλίθια γραπτά μου.Σουχω πει ψέματα.Πάντοτε σουλεγα πως είναι όμορφοι οι άνθρωποι τα χρώματα κι η μουσική. Μέτρησε μόνο τα μεροκάματα που έκανα μ'αυτό θα μαθεις πως έζησα. Μέτρησε έπειτα το νοίκι μας ποτέ δε φτάνανε να το πληρώσω. Και πόσο φως έκαψα ψάχνοντας να βρω τρόπο. Τράβα μετά και γύρεψε απ'τον πατέρα σου για τελευταία φορά χρήματα και δώσε τα χρέη μου. Υστερα πλήνε τα μούτρα σου και μην αφήσεις κάνενα να σου πει τι απόγινε με τη μάνα σου. Μόνο κάτω απ'αυτές τις ηλίθιες αποδείξεις φτιάξε έναν ήλιο απ'αυτούς που μόνο εσύ έχεις στο νου σου και κάτω απ'αυτόν γράψε με τ'αστεία παιδικά σου γράμματα ΞΟΦΛΗΣΕ!ΞΟΦΛΗΣΕ!ΞΟΦΛΗΣΕ!ΞΟΦΛΗΣΕ!


Γενικότερα, το έτος 1991 ήτανε παράξενο για τη Γώγου. Την ανέκριναν στην αστυνομία για κάποια δολοφονία. Και ο θύτης και το θύμα ήτανε γνωστοί της. Η ίδια δεν είχε καμία ανάμειξη. Την ίδια χρονιά βρισκόταν κατά καιρούς έγκλειστη σε ψυχιατρικές κλινικές. Αλλά έγραφε ΠΑΝΤΟΤΕ.

Έμεινα δυο χρόνια στη σιωπή.Δεμένη σ'ένα κρεβάτι τρέλας και μοναξιάς.Σώπασα.Έκλαψα.Έπιασα πάτο,μωρέ ,και είμαι εδώ ακόμα μπροστά σου!Ζαλίζομαι ακόμα με το πρώτο ουίσκι.Τα χάπια που μου'δωσαν οι γιατροί είναι ,λένε ,βαριά.Δεν κυλάω, αλλά και δεν μπορώ ακόμα να σταθώ στην ανηφόρα.Κι είναι ανήφορος ,αδελφέ!Ανήφορος!Αλλά ,κοίτα με !Είναι τέσσερις μήνες,που καθάρισα με το νοσοκομείο, με τα γιατρικά.Πριν λίγες μέρες πήγα να πιάσω δουλειά στο "Ρόδον".Στη μέση της πρόβας ίδρωσα.Δεν μπορούσα να σταθώ.

Πέθανε στις 3 του Οκτώβρη του 1993. Αυτοκτόνησε, παίρνοντας μεγάλη δόση ναρκωτικών και αλκόολ. Ήτανε 53 ετών. Την μέρα που έφυγε 7 το πρωί επισκέφθηκε έναν φίλο της γιατρό. Έτρεμε. Του ζήτησε να της βάλει να πιει ουίσκι. Ήπιε και σηκώθηκε να φύγει. ''Ήρθε η ώρα'' -του είπε- ''Φεύγω''. Στην κηδεία της παραβρέθηκαν φυσικά η κόρη της Μυρτώ, η μάνα της αλλά και κάποιοι από τον χώρο του θεάματος, όπως ο Αντώνης Καφετζόπουλος και η Μάρθα Βούρτση.


«Το τελευταίο χρόνο ένιωθε πως είχε κλείσει ο κύκλος της. Τις τρεις τελευταίες μέρες γύρισε στο σπίτι που μεγάλωσε, στης γιαγιάς, στο Μεταξουργείο. Μπήκε μέσα στο χαμό» Μυρτώ Τάσιου





Πάει. Αυτό ήταν. Χάθηκε η ζωή μου φίλε μέσα σε κίτρινους ανθρώπους βρώμικα τζάμια κι ανιστόρητους συμβιβασμούς. Άρχισα να γέρνω σαν εκείνη την ιτιούλα που σουχα δείξει στη στροφή του δρόμου. Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω. Είναι το γαμώτο που δεν έζησα. κι ούτε που θα σε ξαναδώ.




Καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά σιγά και μπαίνεις.
Φοράς κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια.
Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου 72 φράγκα και φεύγεις.
Έχω μείνει στη θέση που με άφησες για να με ξαναβρείς.
Όμως πρέπει να έχει περάσει πολύς καιρός γιατί τα νύχια μου μακρύνανε και
οι φίλοι μου με φοβούνται. Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες
έχω χάσει την φαντασία μου και κάθε
φορά που ακούω "Κατερίνα" τρομάζω. Νομίζω ότι πρέπει να καταδώσω κάποιον.
Έχω φυλάξει κάτι αποκόμματα με κάποιον που λέγανε
πως είσαι εσύ. Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες,
γιατί γράψανε ότι σου ρίξανε στα πόδια.
Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.
Στο μυαλό είναι ο Στόχος
το νου σου ε;



Αν ζούσε σήμερα η Κατερίνα, την φαντάζομαι να περπατά μόνη της, με ένα τσιγάρο στα Εξάρχεια. Και ίσως να τραγουδούσε κάποιο τραγούδι του Άσιμου ή ένα πιο προσφάτο... ''Και θα χαθώ, θα χαθώ, θα χαθώ, ένα πρωί.. σε μια ελεύθερη ιδέα αναρχική, εκεί που ο έρωτας θα'ναι πάντα γιορτή...''


Αυτό ήταν η Αικατερίνη Γώγου.
Μια ελεύθερη ιδέα.
Ένα άπιαστο όνειρο.
Μια νεράιδα που πέρασε από την βροχή, μα δεν βράχηκε.


Να'ναι καλά η ψυχή σου.

1 σχόλιο: